Στα αναπτυξιακά πρωταθλήματα, η παρουσία των γονιών στις κερκίδες είναι πολύτιμη.
Του Αντώνη Κατσαρού
Η στήριξη, το χειροκρότημα, η αγωνία και η χαρά τους αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της εμπειρίας των παιδιών μέσα στον αθλητισμό.
Οι περισσότεροι γονείς βρίσκονται εκεί με την καλύτερη πρόθεση: για να ενθαρρύνουν το παιδί τους, να το δουν να προσπαθεί και να το καμαρώσουν. Υπάρχουν, όμως, στιγμές όπου αυτή η διάθεση για συμμετοχή ξεπερνά άθελά της ένα όριο που μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα.
Ένα φαινόμενο που παρατηρείται αρκετά συχνά είναι οι οδηγίες από την κερκίδα προς τα παιδιά την ώρα του αγώνα. Φωνές όπως «σούταρε», «τρέξε», «δώσε πάσα», «πήγαινε μόνος σου» ή «πίεσε την μπάλα» ακούγονται σχεδόν σε κάθε γήπεδο. Σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να μοιάζουν αθώες. Στην πράξη, όμως, δεν είναι πάντα έτσι.
Πολύ συχνά το παιδί εκείνη τη στιγμή έχει ήδη λάβει μία συγκεκριμένη οδηγία από τον προπονητή του.
Μπορεί, για παράδειγμα, να του έχει ζητηθεί να περιμένει, να διαβάσει την κίνηση του συμπαίκτη του, να κυκλοφορήσει σωστά την μπάλα, να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο αγωνιστικό πλάνο ή να μην πιέσει έναν αντίπαλο που πιθανόν να είναι λίγο πιο αδύναμος για να χαρεί και αυτός το παιχνίδι.
Όταν από την κερκίδα ακούγεται μία διαφορετική εντολή, το παιδί βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσα σε δύο φωνές. Και εκεί ακριβώς γεννιέται η σύγχυση. Το παιδί δεν ξέρει ποιον πρέπει να ακούσει.
Από τη μία είναι ο προπονητής, που έχει την ευθύνη της ομάδας και της τακτικής. Από την άλλη είναι ο γονιός, το πρόσωπο που εμπιστεύεται περισσότερο από οποιονδήποτε.
Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα καλείται να αποφασίσει, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να συνεχίσει να παίζει. Αυτό δεν βοηθά ούτε την απόδοσή του ούτε την ψυχραιμία του.
Αντίθετα, μπορεί να του προκαλέσει άγχος, δισταγμό και ανασφάλεια. Στις μικρές ηλικίες, άλλωστε, ο αγώνας δεν είναι μόνο αποτέλεσμα. Είναι κυρίως μάθημα. Τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να παίρνουν αποφάσεις, να κατανοούν το παιχνίδι και να εφαρμόζουν όσα δουλεύουν στις προπονήσεις. Ακόμα και ένα λάθος αποτελεί μέρος της διαδικασίας εξέλιξης.
Αν κάθε τους κίνηση συνοδεύεται από εξωτερικές φωνές και διαφορετικές κατευθύνσεις, τότε χάνεται ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της μαθησιακής διαδικασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να πάψουν να εκδηλώνονται ή να στηρίζουν τα παιδιά τους. Το ακριβώς αντίθετο. Η παρουσία τους είναι απαραίτητη και η ενέργειά τους μπορεί να δώσει δύναμη. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο. Το παιδί έχει μεγαλύτερη ανάγκη να ακούσει ένα «μπράβο», ένα χειροκρότημα για την προσπάθεια, μία λέξη ενθάρρυνσης μετά από ένα λάθος, παρά μία τεχνική ή τακτική οδηγία την ώρα του παιχνιδιού.
Ο ρόλος του προπονητή είναι να διδάσκει και να καθοδηγεί αγωνιστικά. Ο ρόλος του γονιού είναι να προσφέρει ασφάλεια, ηρεμία και στήριξη. Ίσως, τελικά, το πιο σημαντικό που μπορούμε να θυμόμαστε όλοι στα αναπτυξιακά γήπεδα είναι πως μιλάμε για παιδιά που προσπαθούν να μάθουν, να χαρούν και να αγαπήσουν το άθλημα.
Και για να συμβεί αυτό, χρειάζονται καθαρά μηνύματα, ήρεμο περιβάλλον και ενιαία καθοδήγηση. Οι γονείς δεν είναι απέναντι από τους προπονητές.
Είναι στην ίδια πλευρά. Και όταν ο καθένας υπηρετεί σωστά τον ρόλο του, το μεγαλύτερο κέρδος είναι πάντα το ίδιο: το ίδιο το παιδί.







