Η κριτική έχει όρια όταν απέναντι βρίσκονται παιδιά

0

Επέστρεψα από τις διακοπές που, όπου συνειδητά είχα αποφασίσει να «κλείσω» το κινητό μου για να αποφορτιστώ από την καθημερινότητα, και δυστυχώς είδα πράματα και θάματα… Ας τα πιάσουμε λίγο διαφορετικά τα πράγματα όμως.


Μετά από μια βαριά ήττα, ένας ενήλικας βλέπει απλά ένα σκορ. Δύο νούμερα, μια διαφορά, λέει ένα «πάλι τα ίδια» και μετά συνεχίζει τη μέρα του.

Ένα παιδί όμως, στα δεκαπέντε, δεκαέξι, δεκαεφτά του χρόνια βλέπει κάτι εντελώς διαφορετικό. Βλέπει τη φωτογραφία του. Βλέπει το όνομά του γραμμένο. Και από κάτω βλέπει δεκάδες ανθρώπους, συνήθως ενήλικες, με προφίλ και φωτογραφία, να γράφουν ότι «δεν κάνουν», ότι «είναι ντροπή», ότι «δεν έχουμε παίκτες», ότι «καλύτερα να μην πήγαιναν»…

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό θέμα. Όχι στο σκορ. Στο σχόλιο!

Δεν υπογράφουν συμβόλαια, υπογράφουν απουσία από τις… διακοπές τους

Ένα παιδί που φοράει τη φανέλα μιας Εθνικής Κ16 δεν είναι επαγγελματίας αθλητής. Δεν έχει επιλέξει ακόμα καριέρα, δεν έχει κάποιον μάνατζερ να του εξηγήσει τι θα διαβάσει στα social media την επομένη και βεβαίως, δεν αμείβεται για να αντέχει στα πικρόχολα σχόλια. Βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία αγωνιστικής, σωματικής, αλλά κυρίως προσωπικής ανάπτυξης. Την ίδια μέρα που έχασε με είκοσι, τριάντα, σαράντα πόντους, οι φίλοι του βρίσκονται σε παραλίες ή πισίνες και δροσίζονται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα πρέπει να κρύβεται. Δεν σημαίνει ότι μια κακή εμφάνιση θα βαφτιστεί καλή επειδή είμαστε ευγενικοί. Σημαίνει απλώς ότι η γλώσσα μας πρέπει να αλλάζει.

Άλλο πράγμα το «η Κύπρος έχασε το ριμπάουντ 42-24 και έκανε 25 λάθη σε 68 επιθέσεις».

Και εντελώς άλλο το «αυτά τα παιδιά δεν κάνουν για Εθνική».

Η πρώτη πρόταση είναι κριτική. Έχει νούμερα, έχει αιτία, έχει και συνέχεια: μπορείς να τη συζητήσεις, να διαφωνήσεις, να προτείνεις. Η δεύτερη δεν είναι κριτική. Είναι χαρακτηρισμός ανθρώπων. Και τυχαίνει οι άνθρωποι αυτοί να μην έχουν βγάλει ακόμη άδεια οδήγησης…

Τα σχόλια δεν τα διαβάζουν μόνο οι δώδεκα

Και εδώ έρχεται ένα σημείο που συνήθως μας ξεφεύγει.

Κάτω από τη φωτογραφία της Εθνικής Κ16 ή Κ18 δεν διαβάζουν μόνο οι δώδεκα που επιλέχθηκαν. Διαβάζουν και τα παιδία που έμειναν εκτός. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα παιδιά που ήταν στην προεπιλογή, αλλά και όλα αυτά που αγωνίζονται σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες και μπαίνουν να δουν τι έκαναν οι συμπαίκτες/αντίπαλοι τους.

Φανταστείτε όμως έναν δεκατετράχρονο που δούλεψε ολόκληρη τη χρονιά για να καταφέρει να φτάσει σε εκείνη την αποστολή. Που έχασε βόλτες, που πήγαινε προπόνηση παρά το γεγονός πως ψηνόταν στον πυρετό, που διάβασε την τελική επιλογή τρεις φορές για να δει μήπως έκανε λάθος. Και τελικά δεν επιλέχθηκε. Τώρα όμως διαβάζει ότι αυτοί που επιλέχθηκαν είναι «άχρηστοι», «δεν ξέρουν μπάσκετ», «αν αυτό είναι ό,τι καλύτερο έχουμε, πάμε κατά διαόλου»…

Τι μήνυμα παίρνει; Πολύ απλό: ότι ακόμη κι αν τα καταφέρει, ακόμη κι αν φτάσει στην Εθνική ομάδα, στο τέλος τον περιμένει η δημόσια απαξίωση!

Αυτό δεν χτίζει απαιτητικό αθλητικό περιβάλλον. Χτίζει τοξικό περιβάλλον. Και το τοξικό περιβάλλον δεν σκληραγωγεί τα παιδιά. Τα διώχνει!

Ρωτήστε οποιονδήποτε προπονητή υποδομών πόσα παιδιά έχει χάσει από ταλέντο και πόσα από ψυχολογική κούραση. Η απάντηση θα σας εκπλήξει δυσάρεστα.

Η δύσκολη κριτική είναι αυτή που ψάχνει αιτίες

Εδώ όμως χρειάζεται αυστηρότητα και προς την άλλη κατεύθυνση, γιατί το κείμενο αυτό δεν είναι πιστοποιητικό ασυλίας.

Δεν πάει να πει ότι «δεν έχει σημασία αν χάνουμε με σαράντα». Έχει σημασία. Και μάλιστα τεράστια.

Όταν οι Αναπτυξιακές Εθνικές παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενα τις ίδιες αδυναμίες, τα ερωτήματα είναι απολύτως θεμιτά. Για το αναπτυξιακό μοντέλο. Για την εκπαίδευση των προπονητών και για το ποιος τελικά στέκεται απέναντι σε ένα δωδεκάχρονο τη Δευτέρα το απόγευμα. Για τον αριθμό και την ποιότητα των αγώνων στις μικρές ηλικίες. Για τη φυσική κατάσταση, που δεν αποκτάται σε δεκαπέντε μέρες προετοιμασίας. Για την τεχνική κατάρτιση, που δεν διορθώνεται στα δεκαέξι. Για τον τρόπο επιλογής. Για τις υποδομές, τα γήπεδα, τους φωτισμούς, τις ώρες προπόνησης.

Η Ισλανδία, όπως έχουμε αναφέρει δεκάδες φορές και υπάρχει και η σχετική μελέτη μου, δεν έφτασε εκεί που είναι σήμερα επειδή έβριζε τα παιδιά της στα σχόλια. Έφτασε εκεί επειδή αποφάσισε να πληρώσει πτυχιούχους προπονητές για να δουλεύουν με οκτάχρονα και να χτίσει εγκαταστάσεις που λειτουργούν δώδεκα μήνες τον χρόνο. Βαρετό, ακριβό, μακροχρόνιο. Αλλά, όπως αποδείχθηκε, το μόνο που πιάνει!

Το εύκολο είναι να γράψεις «ντροπή» κάτω από τη φωτογραφία δεκαπέντε παιδιών. Δεν σου κοστίζει τίποτα. Σου παίρνει τέσσερα δευτερόλεπτα και μαζεύει και καμιά δεκαριά αντιδράσεις. Το δύσκολο είναι να ψάξεις γιατί μια χώρα παράγει συγκεκριμένο επίπεδο παικτών. Αυτό μπορεί να μην μαζεύει likes. Μαζεύει όμως λύσεις!

Η φανέλα δεν δίνει σε κανέναν άδεια… εξευτελισμού!

Ας το πούμε καθαρά, γιατί κάπου εκεί έχει μπερδευτεί η υπόθεση:

Το ότι ένα παιδί φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής δεν σημαίνει ότι έχασε το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται ως παιδί.

Δεν υπέγραψε συναίνεση για δημόσια εξευτελισμό. Δεν παρέδωσε την εφηβεία του στην ομοσπονδία μαζί με το μέγεθος της φανέλας που φοράει.

Και κάτι ακόμη, που παλιότερα δεν ίσχυε: τα παιδιά σήμερα τα βλέπουν όλα. Κάποτε η κριτική έμενε στο καφενείο, στην εξέδρα ή στο σαλόνι, και μέχρι να φτάσει στον αθλητή είχε ξεθυμάνει σαν την ζιβανία που ξέχασες ανοιχτή. Σήμερα δεν υπάρχει καμία απόσταση. Το σχόλιο στο Facebook, στο Instagram ή κάτω από μια ανάρτηση της Ομοσπονδίας φτάνει στο κινητό τους μέσα σε δευτερόλεπτα. Και μένει εκεί, αρχειοθετημένο, σε screenshot για να το ξαναδιαβάζουν στις τρεις τα ξημερώματα. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, λέει η παροιμία. Στα social media, όμως, η «γλώσσα» έχει και μνήμη!

Ένα τεστ πριν πατήσουμε «δημοσίευση»

Υπάρχει ένας κανόνας πολύ απλός, που δεν χρειάζεται επιτροπή δεοντολογίας ούτε εγκύκλιο:

Θα έλεγες αυτό ακριβώς το σχόλιο, με αυτές ακριβώς τις λέξεις, μπροστά σε ένα δεκαπεντάχρονο και στους συμπαίκτες του;

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε μάλλον δεν πρέπει να το γράψεις ούτε κάτω από τη φωτογραφία του. Δεν είναι λογοκρισία αυτό. Είναι η ίδια ακριβώς συμπεριφορά που θα είχαμε αν το παιδί στεκόταν μπροστά μας. Και το γεγονός ότι χρειάζεται να το υπενθυμίσουμε λέει περισσότερα για εμάς παρά για εκείνο…

Πού πρέπει να πηγαίνει η κριτική

Η απαίτηση για καλύτερο κυπριακό μπάσκετ είναι απολύτως θεμιτή. Ο κόσμος έχει κάθε δικαίωμα να προβληματίζεται, ακόμη και έντονα, όταν βλέπει μεγάλες διαφορές και επαναλαμβανόμενες αποτυχίες. Η κριτική προς τις δομές είναι απαραίτητη. Και η ανάλυση μιας βαριάς ήττας, με νούμερα και επιχειρήματα, είναι κομμάτι του αθλητισμού, όχι προσβολή του.

Υπάρχει όμως μια γραμμή. Όταν η κριτική σταματά να αφορά το παιχνίδι και αρχίζει να μειώνει παιδιά, δεν βοηθάμε το κυπριακό μπάσκετ να γίνει καλύτερο. Διώχνουμε από αυτό τα παιδιά που υποτίθεται ότι θέλουμε να αναπτύξουμε.

Οπότε ας μεταφέρουμε την ερώτηση εκεί όπου πραγματικά ανήκει. Αν το επίπεδο δεν μας ικανοποιεί (και δικαιολογημένα δεν μας ικανοποιεί) τι κάνουμε ως σύστημα για να αλλάξει; Πόσους προπονητές εκπαιδεύουμε, πόσα παιχνίδια δίνουμε στα δεκάχρονα, πόσες ώρες γηπέδου εξασφαλίζουμε, πόσο σοβαρά παίρνουμε τη δουλειά που δεν φαίνεται;

Και το πιο απλό απ’ όλα: γιατί θεωρούμε ότι η προσβολή ενός δεκαπεντάχρονου αποτελεί μέρος της λύσης;

Το κυπριακό μπάσκετ έχει ανάγκη από αυστηρότητα. Απλώς πρέπει να τη στρέψει στο σωστό σημείο. Γιατί τα παιδιά που κατηγορούμε σήμερα είναι ακριβώς αυτά που θα φορέσουν τη φανέλα των ανδρών σε πέντε χρόνια. Αν, βέβαια, τους αφήσουμε να φτάσουν μέχρι εκεί…

triponta.com.cy