Στόγιαν Βράνκοβιτς: Ο γίγαντας από τη Δαλματία (pics+vids)

0

Ο Στόικο (Στόγιαν) Βράνκοβιτς δεν ήταν από τους παίκτες που είχαν τη δυνατότητα να κερδίσουν ένα παιχνίδι μόνοι τους, σκοράροντας 25, 30 ή και 35 πόντους, όπως οι Πέτροβιτς και Γκάλης. Δε διέθετε το επιθετικό ταλέντο άλλων Ευρωπαίων -και όχι μόνο- center των 80’s και 90’s (Ντίβατς, Σαμπόνις, Τάμπακ, Ράτζα, Τάρπλεϊ).

Παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο κατόρθωσε να καθιερωθεί στο υψηλότερο επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, αλλά πλέον μνημονεύεται ως ένας από τους καλύτερους ψηλούς στη μακρόχρονη ιστορία του μπάσκετ, στα «στενά» σύνορα της Γηραιάς Ηπείρου.

Είναι ένας πραγματικός πρωτοπόρος του αθλήματος, καθώς ήταν ο πρώτος που παρουσίασε στο φίλαθλο κοινό των ευρωπαϊκών παρκέ ένα διαφορετικό τύπο center, ο οποίος πρωτίστως ενδιαφέρεται να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία της ομάδας του. Χάρη στον Κροάτη γίγαντα (2.18 μέτρα), τα ριμπάουντ και οι τάπες απέκτησαν διαφορετικό νόημα, όντας πλέον άρρηκτα συνδεμένα τόσο με την ουσία (νίκες) όσο και με το θέαμα.

Τα δύσκολα χρόνια στη Ζαντάρ και η χρυσή σεζόν δίπλα στον Γκάλη

Ο Βράνκοβιτς γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου του 1964, στην κωμόπολη Ντρνις (Drnis) της Κροατίας. Από τότε που ξεκίνησε να περπατάει, ήταν συνεχώς με μία μπάλα στα χέρια. Το «μικρόβιο» τον είχε ήδη «μολύνει» και πλέον δεν υπήρχε «γιατρειά». Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Έτσι, στα 18 του χρόνια, η ευκαιρία που περίμενε έφθασε. Οι άνθρωποι της ΚΚ Ζαντάρ είδαν στο πρόσωπο του Στόικο ένα, πραγματικά, ακατέργαστο διαμάντι, που θα μπορούσε να τους βοηθήσει -εν καιρώ- να επιστρέψουν στο γιουγκοσλαβικό θρόνο, μετά το μακρινό 1975.

Παρέμεινε στην πόλη της Αδριατικής Θάλασσας από το 1982 μέχρι και το 1989, παλεύοντας με όλες του τις δυνάμεις για να επαναφέρει την ομάδα στην κορυφή. Από την πρώτη κιόλας σεζόν άρχισε να μετατρέπεται στο «σκιάχτρο» που με το πέρασμα των χρόνων θα λάτρευε ολόκληρη η Γιουγκοσλαβία και θα «μισούσε» η υπόλοιπη Ευρώπη. Οι αντίπαλοι της Ζαντάρ δεν τολμούσαν να πλησιάσουν τη ρακέτα διότι το φυσικό επακόλουθο, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ήταν ένα μεγαλοπρεπέστατο κόψιμο.

Παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να περιμένει μέχρι την αγωνιστική περίοδο 1985-1986 προτού κατακτήσει τον πρώτο μεγάλο τίτλο στη λαμπρή καριέρα του. Στους Τελικούς του πρωταθλήματος Γιουγκοσλαβίας εκείνης της σεζόν, ο Βράνκοβιτς βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κολλητό του, Ντράζεν Πέτροβιτς. Τα προγνωστικά αναδείκνυαν νικήτρια την Τσιμπόνα του «Μότσαρτ». Απολύτως φυσιολογικά θα σκεφτεί κάποιος, αφού η αρμάδα του μεγαλύτερου «συνθέτη» που γνώρισε η μπασκετική Ευρώπη προερχόταν από τις συνεχόμενες κατακτήσεις -1985 και 1986- τόσο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (σημερινή Euroleague) όσο και του Κυπέλλου Γιουγκοσλαβίας, ενώ ταυτόχρονα θα υπερασπιζόταν και τον τίτλο του πρωταθλητή.

Τα προγνωστικά όμως δεν παίζουν μπάσκετ. Κάτι που κατανόησε, σε υπερθετικό βαθμό, η παρέα του «Αμαντέους». Η Ζαντάρ, με τον Βράνκοβιτς να είναι εκπληκτικός τόσο στα ανασταλτικά του καθήκοντα όσο και στην επίθεση, κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1986, με 2-1 στις νίκες (Τσιμπόνα-Ζαντάρ 84:70, Ζαντάρ-Τσιμπόνα 84:73 και Τσιμπόνα-Ζαντάρ 110:111), επιστρέφοντας στην κορυφή μετά από 11 ολόκληρα χρόνια. Αυτό βέβαια που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην επιτυχία του συλλόγου από την Αδριατική Θάλασσα, είναι το γεγονός πως η Τσιμπόνα είχε καπαρώσει το απόλυτο πλεονέκτημα έδρας. Όμως ο Τζούροβιτς -έχει περάσει και από τα μέρη μας προπονώντας τον Πανιώνιο, τον Άρη, την ΑΕΚ και τη Δάφνη- έστησε μαεστρικά τους παίκτες του, πετυχαίνοντας τη μεγάλη έκπληξη.

Αναλυτικά η ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1986: Πάλιτς, Πόποβιτς, Μλάνταν, Ματούλοβιτς, Σίκλιτς, Σουνάρα, Μπάμπιτς, Μπλάζεβιτς, Βράνκοβιτς, Πετράνοβιτς, Όμπαντ, Χράμποφ, Ζούζα.

Όμως η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Από τη μία η άφιξη του γκαντέμη Κόμαζετς (ναι ήταν και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό) στην ομάδα και από την άλλη το ξύπνημα του θηρίου, που άκουγε στο όνομα Γιουγκοπλάστικα, αποτέλεσαν τροχοπέδη στην προσπάθειά του να κατακτήσει και άλλους τίτλους. Έτσι, το καλοκαίρι του 1989, αποφάσισε να φύγει από το σύλλογο που του επέτρεψε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, κατηφορίζοντας στα μέρη μας για χάρη του πανίσχυρου -εκείνη την εποχή- Άρη.

Έχοντας διπλά του τους Γκάλη, Γιαννάκη, Σούμποτιτς, Ρωμανίδη, Λυπηρίδη και Μισούνοφ, ο Βράνκοβιτς ήταν εκπληκτικός. Οι φίλαθλοι της ομάδας τον λάτρεψαν από την πρώτη στιγμή και αυτός τους ανταπέδωσε την αγάπη τους, κατακτώντας με το σύλλογο της Θεσσαλονίκης το Κύπελλο Ελλάδας (75-62 τον ΠΑΟΚ στον τελικό της διοργάνωσης), αλλά και το πρωτάθλημα (εκείνη τη χρονιά δε διεξήχθησαν Μεγάλοι και Μικροί Τελικοί, με τον πρωταθλητή να ανακηρύσσεται μετά από αναμετρήσεις ανάμεσα στους ΠΑΟΚ, Άρη, Πανιώνιο και Ηρακλή —δηλαδή τις τέσσερις πρώτες ομάδες της κανονικής διάρκειας). Η άμυνα του «Αυτοκράτορα» έμοιαζε με «ναρκοπέδιο» και ο κύριος υπεύθυνος για αυτό ήταν ο «ουρανοξύστης» από την Κροατία.

Το αποκορύφωμα της αγωνιστικής περιόδου 1989-1990 για τον Βράνκοβιτς ήταν η συμμετοχή στο Final-4 της Σαραγόσα (πρώτο στην καριέρα του). Όμως, το εμπόδιο της Μπαρτσελόνα των Σαν Επιφάνιο (24π), Μαρτίνεθ (21π), Χιμένεθ (13π) και Όντι Νόρις (12π) στον ημιτελικό ήταν ανυπέρβλητο (104-83), ενώ στην αναμέτρηση της παρηγοριάς (μικρός τελικός), οι Θεσσαλονικείς ηττήθηκαν με 103-91 από τη Λιμόζ των Οστρόφσκι (26π) και Ντακουρί (9π).

Ο Στόικο ήταν εξαιρετικός για ακόμη μία φορά τόσο στα ριμπάουντ όσο και στα κοψίματα, κάνοντας όμως την έκπληξη στον επιθετικό τομέα, καθώς σκόραρε συνολικά 26 πόντους -13 σε κάθε αγώνα- στα δύο παιχνίδια με τους μπλαουγκράνα και τους Γάλλους. Η ευκαιρία για την κατάκτηση του πρώτου ευρωπαϊκού τροπαίου στην καριέρα του μπορεί να είχε χαθεί, όμως ο ίδιος θα επέστρεφε δριμύτερος.

 

Από τριφύλλι σε τριφύλλι

Επόμενος σταθμός της καριέρας του ήταν οι Μπόστον Σέλτικς. Δεν κατόρθωσε όμως να στεριώσει. Σε σύνολο 50 αγώνων κανονικής περιόδου, ο Στόικο μέτρησε 1.9 πόντους, 1.55 ριμπάουντ και 0.9 κοψίματα ανά παιχνίδι (στα playoffs -2 αγώνες σε δύο χρόνια- οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 2, 1 και 0). Την κορυφαία του εμφάνιση (7π, 2ριμπ) την πραγματοποίησε κόντρα στους Νιου Τζέρσι Νετς (σημερινοί Μπρούκλιν Νετς) του Ντράζεν Πέτροβιτς. Οι «Κέλτες» κέρδισαν τους Νετς με 123-104, με τον Βράνκοβιτς να επικρατεί για δεύτερη φορά απέναντι στον κολλητό του.

Το πρώτο του πέρασμα από το NBA ήταν πλήρως αποτυχημένο. Έτσι, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Όχι για τον Άρη αυτή τη φορά, αλλά για τον Παναθηναϊκό.

Οι αδελφοί Γιαννακόπουλοι είχαν αρχίσει ήδη να βάζουν τα θεμέλια του μεγάλου Παναθηναϊκού. Ο Βράνκοβιτς θα αποτελούσε την αμυντική εγγύηση κάτω από τη στεφάνη. Μαζί με τους παλιόφιλους Γκάλη και Κόμαζετς, αλλά και με τους Σοκ, Οικονόμου και τον αμούστακο Αλβέρτη, ο Παναθηναϊκός φάνταζε, και ήταν, πολύ δυνατός. Το «τριφύλλι» κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας κόντρα στον Άρη με 96-89 (ο Βράνκοβιτς μάζευε τα ριμπάουντ με χαρακτηριστική άνεση, ενώ σκόραρε και 7 πολύτιμους πόντους) και όλα έδειχναν ότι θα συνέβαινε το ίδιο και με το πρωτάθλημα (πλεονέκτημα έδρας οι «πράσινοι»). Φευ. Ο Ολυμπιακός, όντας περισσότερο έτοιμος (πνευματικά και αγωνιστικά), ανακηρύχθηκε εύκολα πρωταθλητής Ελλάδος (1-3 στις νίκες).

Ο εγωισμός του Βράνκοβιτς είχε πληγεί ανεπανόρθωτα. Όμως, ο πραγματικός πόνος δεν είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα του. Αυτό συνέβη στις 7 Ιουνίου του 1993, όταν ο Ντράζεν Πέτροβιτς έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η είδηση του θανάτου του κολλητού του, με τον οποίο λίγες ώρες νωρίτερα πανηγύριζε την πρόκριση στο Ευρωμπάσκετ της Γερμανίας, τον διέλυσε.

Κατά τη διάρκεια της κηδείας, μετέφερε μαζί με όλους τους παίκτες της Εθνικής Κροατίας το φέρετρο του ηγέτη και φίλου του, κλαίγοντας με αναφιλητά. Όταν μάλιστα στις 7 Ιουνίου του 2006 ιδρύθηκε μουσείο προς τιμήν του Ντράζεν, ο Στόικο έκανε την εξής δήλωση: «Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους συνέβαλαν στη δημιουργία αυτού του χώρου, για να έχουν τη δυνατότητα τα παιδιά να μάθουν περισσότερα για τον μπασκετικό «Αμαντέους».

Η ζωή όμως συνεχίζεται. Την επόμενη αγωνιστική περίοδο ο Ολυμπιακός στέρησε όλους τους τίτλους στον Βράνκοβιτς και την παρέα του. Οι «πράσινοι» όχι μόνο δεν κατόρθωσαν να προκριθούν στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας (αποκλείστηκαν στη Β’ φάση του θεσμού από τον Πανιώνιο με 90-76), αλλά απώλεσαν και το πρωτάθλημα, καθώς περιορίστηκαν απλώς στην τρίτη θέση (3-1 τον Πανιώνιο, έχοντας πλεονέκτημα έδρας). Οι αποτυχίες όμως για τη σεζόν 1993-1994 δε θα σταματούσαν εκεί. Στο Final-4 του Τελ Αβίβ, ο Παναθηναϊκός συγκρούστηκε με τον Ολυμπιακό για μία θέση στον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης. Οι «ερυθρόλευκοι» επικράτησαν του «τριφυλλιού» με 77-72, στερώντας από τον Βράνκοβιτς (11π) την ευκαιρία να διεκδικήσει το βαρύτιμο τρόπαιο. Στον μικρό τελικό, ο Παναθηναϊκός επικράτησε της Μπαρτσελόνα με 100-83, με το γίγαντα από τη Δαλματία να πετυχαίνει 14π, ενώ ταυτόχρονα σκέπασε τα καλάθια.

Η σεζόν 1994-1995, η οποία σημαδεύτηκε από την αποχώρηση του Νίκου Γκάλη από την αγωνιστική δράση αλλά και τον ερχομό των Παναγιώτη Γιαννάκη και Ζάρκο Πάσπαλι στον Παναθηναϊκό, ήταν καρμπόν με την προηγούμενη. Απώλεια του Κυπέλλου (ήττα-αποκλεισμός, και πάλι στη Β’ φάση του θεσμού, αυτή τη φορά από το Περιστέρι με 70-74) και του πρωταθλήματος Ελλάδος (3-2 στις νίκες από τον Ολυμπιακό, με μειονέκτημα έδρας), ενώ στο Final-4 της Σαραγόσας, ο Βράνκοβιτς (12π στον ημιτελικό, 19π κόντρα στη Λιμόζ (91-77) στον μικρό τελικό) είδε εκ νέου τον Ολυμπιακό (58-52) να του στερεί το δικαίωμα συμμετοχής στον Τελικό της διοργάνωσης.

Παρά τη νέα, παταγώδη, αποτυχία, δεν απελπίστηκε. Το όνειρό του να κατακτήσει το «Άγιο Δισκοπότηρο» της Euroleague θα πραγματοποιούταν την επόμενη αγωνιστική περίοδο. Η σεζόν 1995-1996 ήταν χρονιά-ορόσημο τόσο για τον ΠΑΟ και τον Βράνκοβιτς (11 πόντοι και 10.2 ριμπάουντ στην Euroleague εκείνης της χρονιάς), όσο και για όλο το ελληνικό μπάσκετ. Η άφιξη του Ντομινίκ Ουίλκινς στην Ελλάδα, για λογαριασμό του «τριφυλλιού», τάραξε τα νερά σε όλο το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Ο σύλλογος έγινε πανίσχυρος και αυτό φάνηκε στο παρκέ. Η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας (85-74 τον Ηρακλή στον τελικό, με τον Βράνκοβιτς να σημειώνει 13 πόντους) ήταν απλώς το πρόγευμα.

Στο Final-4 του Παρισιού, αν και τα φώτα ήταν στραμμένα στον Ουίλκινς, ο Στόικο φρόντισε να δώσει μία μοναδική παράσταση. Οκτώ (8) πόντοι και επτά (7) ριμπάουντ στον ημιτελικό κόντρα στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας (81-71), ενώ στον Τελικό (67-66 τη Μπαρτσελόνα) κατέθεσε την ψυχή του στον αγωνιστικό χώρο. Παίζοντας με πυρετό, αποτέλεσε το απόλυτο αμυντικό «όπλο» για την ομάδα του. Μπορεί να μη σκόραρε ούτε ένα πόντο, μάζεψε όμως 9 ριμπάουντ ενώ μοίρασε και τρία μπλοκ. Το τελευταίο μάλιστα (φωτ.) αποτελεί μία από τις ιστορικότερες φάσεις του ευρωπαϊκού μπάσκετ, καθώς χάρισε το τρόπαιο (πρώτο για την Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό) στους «πράσινους». Μάλιστα ο Γιαννάκης, ερωτώμενος για τη συγκεκριμένη φάση, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Όσα συνέβησαν στο τέλος του αγώνα ήταν απίστευτα. Λίγα δευτερόλεπτα που κράτησαν μία αιωνιότητα. Θυμάμαι τον Στόικο να τρέχει σαν τον Καρλ Λιούις από τη μία πλευρά του γηπέδου στην άλλη για να σταματήσει τον Μοντέρο. Έκοψε το layup σχεδόν με την κόρνα της λήξης, σφραγίζοντας τη νίκη».

Η χρονιά όμως ολοκληρώθηκε με ήττα. Για την ακρίβεια συντριβή. Ο Ολυμπιακός διέλυσε τον Παναθηναϊκό με 73-38 (3-2 στις νίκες) στον πέμπτο και τελευταίο Τελικό για την ανάδειξη του πρωταθλητή Ελλάδας. Ένα βήμα πριν το triple crown, ο Βράνκοβιτς κατέρρευσε και μαζί του γκρεμίστηκε όλη η αμυντική γραμμή του Παναθηναϊκού.

Ξανά NBA, πρωτάθλημα στην Ιταλία και επιτυχίες με Γιουγκοσλαβία και Κροατία

Η χρόνια ήταν άκρως επιτυχημένη, ο ίδιος όμως ένιωθε βαθιά μέσα του την ανάγκη να ξαναδοκιμάσει τις δυνάμεις του στο NBA. Έτσι, από το 1996 μέχρι και το 1999, οι Τίμπεργουλβς (1996-1997) και οι Κλίπερς (1997-1999) του έδωσαν την ευκαιρία που ζητούσε. Στα τρία χρόνια της επιστροφής του στο κορυφαίο πρωτάθλημα της υφηλίου, ο Δαλματός γίγαντας μέτρησε 2.46 πόντους, 0.76 τάπες και 3.4 ριμπάουντ (οι αντίστοιχοι αριθμοί στην πενταετή θητεία του στο ΝΒΑ είναι 2.8 πόντοι, 1.1 κοψίματα και 3 ριμπάουντ).

Αφού έζησε την αμερικανική μπασκετική εμπειρία, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην Ευρώπη, για λογαριασμό της Φορτιτούντο Μπολόνια. Στη διετή θητεία του (1999-2001) στην Ιταλία, που αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του στο χώρο της καλαθόσφαιρας, ο Βράνκοβιτς, υπό τις οδηγίες του Κάρλος Ρεκαλκάτι, κατέκτησε το πρωτάθλημα της αγωνιστικής περιόδου 1999-2000 (πρώτο στην ιστορία του συλλόγου), κόντρα στη Μπένετον Τρεβίζο.

Οι διακρίσεις όμως για τον γίγαντα από το Ντρνις δεν περιορίστηκαν σε διασυλλογικό επίπεδο. Κατ’ αρχάς, με την Εθνική ομάδα της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 και στο Ευρωμπάσκετ του 1987, το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988, αλλά και το χρυσό, τόσο στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 1989 όσο και στην καλοκαιρινή Πανεπιστημιάδα του 1987. Επιπρόσθετα, με την Εθνική Κροατίας, κατέκτησε τη δεύτερη θέση στους Ολυμπιακούς του 1992 (στον τελικό, απέναντι στην Dream Team, ο θηριώδης center «έσβησε τα φώτα» στον Μάικλ Τζόρνταν), καθώς και τρία χάλκινα μετάλλια στα EuroBasket του 1993 και του 1995 αλλά και στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1994.